|
Τα περιπολικά της αστυνομίας συνέκλιναν γύρω από ένα αρχοντικό κτίριο στο εμπορικό κέντρο της προτεύουσας...’Ενα ανώνημο τηλεφώνημα τους ειδοποίησε για έναν αποτρόπαιο φόνο. «Δεν φταίω εγώ», φώναξε η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής. άνω στο ξύλινο πάτωμα από σφένδαμο κειτόταν η Ζόρα, τυλιγμένη σε μια γούνινη εσάρπα, με κομμένο, η για μεγαλύτερη ακρίβεια, κατακρεουργημένο το λαιμό. Ο Ντέιμιεν δεν έιχε ξαναδέι τέτοιο τραύμα, αλλ’αυτό που τον είχε υπνωτίσει ήταν το σχέδιο του αίματος. Σταγόνες πιτσιλισμένες στον τοίχο της τραπεζαρίας, με μια μικρή λιμνούλα από κάτω, ύστερα δύο ημικύκλια προς το κέντρο του δωματίου και κατόπιν μια περιστροφική κόκκινη δίνη. «Θέε μου», είπε, «ο δολοφόνος την πήγε ως το σταυρό και τη σταύρωσε». Δεν ήξερε ποιος ήταν, αλλά αναγνώρισε τα βηματα: ο δολοφόνος χόρευε τάνγκο. Το τμήμα τον έβαλε στην υπόθεση λόγω του όπλου του εγκλήματος. «Ο Χορευταράς», χασκογελούσανπίσω από την πλάτη του. Αλλά καλοπροαίρετα για πλάκα. Νάτο! Σφηνομένο κάτο από το πόδι του τραπεζιού. Ένα οδοντωτό ασημένιο τρίγωνο. Φόρεσε γάντια, έβγαλε μ μικρή λαβίδα και το ανασήκωσε. Ήταν το θραύσμα ενός cd: Tanturi-Campos La Abandone y No Sabia. Ο δολοφόνος είχε καλό γούστο. Του είχε πάρει χρόνια να βρεί αυτό το κομμάτι. Ο Ντέιμιαν την έβλεπε συχνά στη «Μιλόνγκα», το στέκι του τάνγκο. αράξενο για μια γκόμενα τέτοιας ολκής να ξεπέυτει σε τέτοια μέρη με τ’άγρια μεσάνυχτα για α χορέψει στν αγκαλιά αγνώστων. Η Ζόρα είχε ένα πρόσωπο πο θ μπορούσες να πεθάνεις γι’αυτό. Μόνο που δεν ήταν δικό της. Ήταν το αποτέλεσμα μιας εξαιρετικής πλαστικής εγχείρησης: τα πίσο δόντια είχαν αφαιρεθεί για να τονιστούν τα ζυγωματικά της. Φαινόταν όταν καθόσουν στ’αριστερά της. Οι γωνιές του σαγονιού ήταν υπερβλκά τραβηγμένεςπρος α κάτω. Άραγε το’χε προσέξει κανείς άλλος; Ισχυριζόταν ότι ήταν αντικέρ από τη Μόσχα αλλά ένας έλεγχος στο παρελθόν της αποκάλυψε πω ήταν μια πόρνη πολυτείας από την Αγιά ετρούπολη που έκανε την τύχη της πηδώντας τους γαλονάδες του Ερυθρού Στρατού. Έτσι όπως κειτόταν στο πάτωμα εκείνη τη νύχτα, το κορμί της φανέρωνε τα σημάδια της φθοράς του επαγγέλατός της. Το πλούσιο στήθος και τα χυτά μπούτια είχαν σακουλιάσει κάτω από το βάρος όλου του συρφετού. Η «Μιλόνγκα» βρισκόταν στην παλιά κρεαταγορά του Τσέλσι, στο δεύτερο όροφo ενός κτιριού όπου ανέβαινες με τα πόδια. Βαθυκόκκινο ταβάνι, φαναχτεροί πολυέλαιοι από γυαλί, καθρέφτες στους τοίχους. Το χωλ ήταν γεμάτο καθαρόαιμους Νεοϋορκέζους δικηγόρους, αποστράτες μπαλαρίνες, Γερμανίδες top models και φυγάδες νοτιοαμερικανούς κόνδορες. Υπήρχαν ψυχίατροι, μηχανικοί αυτοκινήτων, τραγουδιστές της όπερας, νεαροί πορτορικανοί από της φτωχογειτονιές, φρικιά της πληροφορικής και Εβραίοι γουνέμποροι από το παραδιπλανό μαγαζί. Στο παράθυρο στέκονταν διάφοροι τύποι από τα αριστοκρατικά προάστια στην καθιερωμένη τσάρκα τους στο περιθώριο. Έχονταν όλοι για το τάνγκο, από λαχτάρα για το πάθος τη μουσικής, για άντρες πο φυλάνε τον ανδρισμό τους ως κόρη οφθαλμού και γηναίκες που επιδεικνύουν τα κάλλη τους. Στην άλλη άκρη τη πίστας γιόρταζαν κάποια γενέλθεια. Στην απέναντι γωνία, κορίτσια φλυαρούσαν χαρούμενα συγκρίνοντας παππούτσια από το Μπουένος ‘Αιρες. Υπήρχαν ζευγάρια στο μήνα του μέλιτος, λάτρεις του χωρού, όμορφες εργένισσες που έλπιζαν να ερωτευτούν και παντρεμένει που αναζητούσαν περιπετειούλες. Γηναίκες διψασμένες για θαυμασμό πρόσφεραν σεξ στους καλύτερους tangueros. Ήταν ένα παιχνίδι με τι φωτιά που συνήθως κατέληγε σε ολολυγμούς απελπισίας. Ήταν περιφερόμενει τραυματίες, πρόσφυγες της ζωής, σε αναζήτηση ένος χαμένου παραδείσου που ποτέ δεν γνώρισαν. Άλλοι σκυθρωποί, άλλοι μοναχικοί, ποσηνείς ή θλιμμένοι. Τραβηγμένοι από τους δραματικούς και νοσταλγικούς ήχους, έλπιζαν να χαθούν σε μι σφιχτή αγκαλιά. Καιροφυλακτώτνας στα σκοτάδια κάθονταν τα καθάρματα του τάνγκο, καρχαρίες πεινασμένοι για τρυφερές καρδιές κι ένα κοπάδι από μισοσαλεμένες γηναίκες που περιμέναν να τυλίξουν ανυποψίαστους άντρες στην απόγνωσή τους. Κινούνται σαν ψάρια μέσα στο νερο, αναλογίστηκε ο Ντέιμιεν. Από τη γωνία όπου στεκόταν, μπορούσε να τους δει όλους. Είχε μάθει το κόλποσε ένα συνέδριο μπάτσων. Κάποιος γκουρού από το Μπαλί τους έμαθε παραβολική όραση, 180 μοιρών, τους έβαλε να ταλαντεύονται πέρα-δώθε σε κορμούς κομμένους στη μέση ώσπου του βγήκαν τα μάτια. Αν δεν το΄χε κάνει ο ίδιος, δεν θα το πίστευε. Του έδινεένα πλεονέκτημα στον έλεγχο του πλήθους, μείωνε τον αριθμό των ανδρών που χρειαζόταν, όταν κατέβαιναν οι παλαβοί στους δρόμους. Τώρα τη χρησιμοποίησε για να εποπτεύσει όλα τα κορίτσια στην αίθουσα χωρίς να κουνάει το κεφάλι του. Κάτι το έλεγε ότι δολοφόνς ήταν εδώ, ακριβώς μπροστά του. Δε θα’ταν εύκολο. Με μια κοπέλα σαν τη Ζόρα, θα μπορούσε να είνε οποισδήποτε. Άρχισε να χορεύει τάνγκο μετά το θάνατοτης γυναίκας του, σπρωγμένος από τη μοναξιά και τη μυσταγογία του πράγματος. Σ την αρχή ήταν χλιαρός: οι νοσταλγικές μελωδίες του θύμιζαν περισσότερο πόλκα. Ούτε στάθηκε εύκολο. Χόρευε σαν τον Φρανκενστάιν, μπουρδούκλωνε τα βήματά του, πατούσε τις ντάμες του κι έπεφτε πάνω στ‘άλλα ζευγάρια. Ο δάσκαλος του έλεγε ότι πήγαινε σαν κάβουρας. Συχνά τον απέρριπταν ή ον παρατούσαν σύξυλο στην πίστα, παρέα με του γέρους ή τους άσχημους. ροχώρησε, δούλεψε σκληρά. Τώρα είχε την αφρόκρεμα στη διάθεσή του. Ο Έντουαρντ πέρασε γλιστρώντας δίπλα του, με τα περιποιημένα του δάχτυλα σφιγμένα γύρω από μια καλοφτιαγμή μέση. Από τους πιο κομψούς χορευτές, με το ίδιο πάντοτε σκούρο γκρι ριγέ κουστούμι. Ανάλαφρος σαν σύννεφο. Άρχισε να χορεύει σε ηλικία τεσσάρων έτων πατώντας στις μύτες τον ποδιών του πατέρα του. Έλεγαν ότι η Ζόρα πετούσε στα ουράνια στην αγκαλιά του...ώσπου τον αναγνώρισε ένας φίλος της από η Λαυρεντιανή αριστοκρατική λεσχή. Την επόμενη φορά που τον επιδείκνυε στο «Σάμερς Γκέιτ» κάποιος της ψιθύρισε τα νέα στ’αυτί: «Ένα καθαριστήριο έχει απλώς, χρυ΄μου». Τον παράτησε φουκρισμένη αφήνοντάς τον να περπατήσει 16 χιλιόμετρα ως τον κοντινότερο σταθμό λεωφορείων. Η Ζόρα είχε πάρει το ριγέ κουστούμι του της δεκαετίας του ’40 για την επανέκδοση Αρμάνι. Θα πρέπει να τον έτσουξε πολύ άλλα να της κόψει το λαιμό; Μπα, πολύ βρώμικο για έναν δάνδι σαν τον Έντουαρντ. Νάτην, την είδε στον καθρέυτη. Την καλλονή με το μαύρο κορακίσιο μαλλί και το αβυσσαλαίο ντεκολτέ. Ο Ντέιμιεν ήξερε ότι και άλλοι την παρακολουθούσαν. Έπιασε το βλέμμα της και εκείνη δικό του. Ήταν δική του για το χορό. Στράφηκε, διέσχισε κάθετα το πλήθος των χορευτών, στάθηκε μπροστά της και υποκλίθηκε ελαφρά. Εκείνη σηκώθηκε, πεταρίζοντας τις βλεφαρίδες της. Ξαφνικά ένιωσε ένα ρίγος και του σηκώθηκαν οι τρίχες. Γύρισε και βρέθηκε φάτσα με φάτσα με τον Ρόκ. Τον αποκλούσαν «το ερπετό» και δεν έφταιγαν τα παππούτσια του από δέρμα αλιγάτορα. Του άρεσε να ταπεινώνει τις κοπέλες στην πίστα, να τους μιλάε άσχημα, να τις κάνει να κλαίνε. Δεν χόρευε με τις ντάμες του. άλευε μάζι τους, τις μάντρωνε στην αγκαλιά του, σαν αγελάδες σε ράντσο. Το περίεργο είναι ότι του ξανάρχονταν. Δεν χόρταιναν την τιμωρία. Και στη Ζόρα άρεσε άλλα όχι αρκετά ώστε να δεχθεί την πρόσταση γάμου που της έκανε. Είχε ήδη αγοράσει το δαχτυλίδι και, σε μια έξαρση μαγκιάς, το έδειξε σα φιλαράκια του. Ορίστε, να ένα κίνητρο για φόνο. Με τα χέρια στο πλάι, έγειρε μπροστά , μεταφέροντας το βάρος στο μετατάρσιο κι ύστερα από ένα δευτερόλεπτο τον ακολούθησε κι εκείνη. Τα στήθη τους συναντήθηκαν. Την κοίταξε στα μάτια: το βλέμμα του μαλάκωσε. Ο Ντέιμιεν αναρωτήθηκε αν δέχτηκε την πρόσκλησή του εξαιτίας του περίστροφου. Δεν μπορούσε να το αφήσει στο βεστιάριο: δεν το επέτρεπαν οι κανονισμοί. Το είχε πάντοτε μαζί του, μια προεξοχή που φούσκωνε κάτω από το δεξί μπράτσο του. Μήπως αυτό την άναβε; Να’ταν άραγε μέρος των φαντασιώσεών της; Για’κείνον, η πίστα του χορού ήταν ιερό έδαφος: τάνγκο, διαλογισμός εν κινήσει. Μερικές φορές γινόταν καθαρή μαγεία, μια αναπάντεχη πρόσκληση από μια άγνωστη για την οποία ο χορός είναι θρησκεία. Η Βανέσα: ποτέ του δεν ξέχασε. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσε ένωση στο τάνγκο, πριν από εφτά χρόνια. Ήταν καστανομάλλα, λυγερή, με ένα κελαρυστό γέλιο που έδιωχνε τη θλίψη του. Ένα άρωμα κρίνων αναδύθηκε στον αέρα. Στράφηκε και είδε το Μάικλ, τον αθεράπευτο ρομαντικό, με τη μαύρη γραβάτα. Το σπυριάρικο αγόρι είχε δώσει τη θέση του σε ένα γοητευτικό μασκαρά που δεν έπαιρνε από «όχι». Με το φονικό του χαμόγελο και τα διαπεραστικά μαύρα μάτια, ποια μπορούσε να του αρνηθεί; Τώρα κορδωνόταν και φούσκωνε στην πίστα με το τελευταίο του τρόπαιο. Η Ζόρα είχε αντιληφθεί την αγορίστικη ματαιοδοξία του. «Μην φύγεις από τη «Μιλόνγκα» χωρίς να ξαναχορέψεις μαζί μου», του είπε ναζιαρικά ένα βράδυ. Ένα ξυστό άγγιγμα του στήθους της και μια διακρύβρεχτη ιστορία περί πραλημένης συζύγου και ο Μάικλ τη δάγκωσε τη λαμαρίνα. Τη γέμισε δώρα που δεν είχε την οικονομική άνεση για να αγοράσει και ξόδεψε μια περιουσία σε ένα στούντιο για να εξασκούνται μαζί κάθε μέρα ώσπου ένα απόγευμα την τσάκωσε στο κρεββάτι με την Μπέτυ, αισθητικό από το ισόγειο. όσα σκατά μπορεί να φάει ένας άντρας; Τα στήθη τους ακούμπησαν. Ένιωσε το βάρος του να πέφτει το πάτωμα και μια ηλεκτρισμένη αχλύ να σηκώνεται καθώς ταλαντεύτηκε απαλά από το ένα πόδι στο άλλο. Καρδιά του φτεροκοπούσε στο στήθος του. «Είμαι στο σπίτι μου», είπε από μέσα του. Ξαφνικά, άρχισαν να κάνουν οχτάρια, υφαίνοντας τα βήματά τους μέσα-έξω, μπαίνοντας διαδοχικά ο ένας στη θέση του άλλου σαν περιστρεφόμενες πόρτες. Το τάνγκο είχε διδάξει στον Ντέιμιεν περισσότερα πράγματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά από ότι η δουλειά του στην αστυνομία. Μπορούσε να καταλάβει το χαρακτήρα μιας γυναίκας χορεύοντας απλώς μαζί της. Τις παραπεταμένες που γίνονται χαλί να τις πατήσεις, τις απογοητευμένες που αρπάζονται γερά από πάνω σου, τις πλανεύτρεσπου δοκιμάζουν τα θέλγητρά τους, τις μοιραίες γυναίκες που σου ρουφούν το αίμα κι εκείνες τις λίγες πολύτιμες ψυχές που απολαμβάνουν την εγγύτητα το χορού. Και η Μπέτυ; Ο Ντέιμιεν καιγόταν να βρεθεί ανάμεσα στα στήθη της. Η πλατινένια ξανθιά ήταν κόμματος αλλά σκάρτος χαρακτήρας την έβρισκε κατεβάζοντας ματίνι στο μπαρ με το «ερπετό», κοιτάζοντας περιφρονητικά τους αρχάριους, κοροϊδεύοντας τα λάθη τους και χλευάζοντας τη στάση του σώματός τους. Υποκριτές, σκέφτηκε. Ξοδεύουν ένα σωρό λεφτά για να σκαρφαλώσουν στην κορυφή της χορευτικής κλίμακας. Το αστείο είναι ούτε καν τόσο καλοί, απλώς ξιπασμένοι και εγωπαθείς. Σκουλήκια, και εδώ, όπως παντού. Εντελώς ανίκανοι να αφεθούν σε έναν άλλον άνθρωπο. οιος να ξέρει, όμως, τι έπαιξε πραγματικά ανάμεσα στην Μπέτυ και τη Ζόρα; «Φοβού την περιφρονημένη γυναίκα». ροχώρησε πος τα πίσω, εκτελώντας τα γυναικεία βήματα. Ήταν ένα κόλπο που’χε μάθει από έναν δάσκαλο του. άντα εντυπωσίαζε τισ νεαρές ντάμες. Την πήγαινε σαν πολεμιστής που επιδεικνύει περήφανος τη λεία του. Ξαφνικάτη σταμάτησε το πόδι της στο εσωτερικό της γάμπας και του μηρού του. Τους καλύτερους ο Ντέιμιεν τους είχε δει στην Αργεντινή και δν ήταν οι δάσκλοι. Όχι, ήταν οι συνηθισμένοι, απλοί άνθρωποι που σκοτώνονται στη δουλειά όλη την εβδομάδα σε κάποιο εργοστάσιο ή γραφείο και χορεύουν αρασκευή και Σάββατο μια ολόκληρη ζωή. Όλοι εδώ μέσα, σκέφτηκε, είναι αλώς αρχάριοι. Ακούστηκε το Bahia Blanca, ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά κομμάτια τάνγκο. Μόνο ένας άνθρωπος είχε αυτήν την ηχογράφηση. Ο Μπάρμπο, ο πανύψηλος ιδιοκτήτης της «Μιλόνγκα», με τα ασημένια μαλλιά. Αυτός ο τύπος άλλαξε ερωέμενες πιο συχνά από ό,τι οι περισσότεροι αλλάζουν εσώρυχα. οιος ήξερε ότι ήταν σμήναρχος της βολιβιανής αεροπορείας που διέφυγε προς βορά για να γλιτώσει τη δίωξη για το βρώμικο πόλεμο της δεκαετίας του ’70; Σκληροτράχηλος,με μαύρες σακούλες κάτω από τα μάτια, σφιχτόκλειστα χείλη. Δεν κυκλοφορούσε η φήμη ότι η Ζόρα σχέδιαζε να ανοίξει ένα αριστοκρατικό κλαμπ στο κέντρο; Με την εμφάνιση και τα λεφτά της, τούτος ο γιος ενός μπαρμπέρη θα καταστρεφόταν ώσπου να πεις κύμινο. Ο Μπάρμπο δεν θα το ανεχόταν αυτό. Αλλά να της κόψει το λαιμό; Μια σφαίρα στο σβέρκο θα του ταίριαζε περισσότερο. Δεν ξεχώριζες αν ήταν δύο άνθρωποι που χόρευαν ή ένας : το στήθος του και τα πόδια της πάνω στην πίστα. Τι ανόητη ιδέα, πως το τάνγκο χρειάζονται δύο, σκέφτηκε. Τώρα βρέθηκαν πάλι ο ένας αντίκρυ στον άλλον. Έκανε ένα βήμα προς τα πίσω και ύστερα ένα στο πλάι. Δυο βήματα μπροστά και βρέθηκε μετέωρη στην αγκαλιά του. Είχε σταυρώσει τα πόδια και στριφογύριζαν, ο ένας, τοείδωλο του άλλου. Όχι, δεν θα’ταν εύκολο να βρεθεί ο δολοφόνος. Με μια κοπέλα σαν η Ζόρα, θα μπορούσε να είναι οποιοσδίποτε. Ο Ντέιμιεν ήξερε καλά τη φάρα της. Κενή και άπληστη. Δηλητήριο σκέτο. Αλλά τι πρόσωπο! ώς το ‘λεγε το τραγούδι; «Όλοι φοράν μάσκα, η ζωή είναι ένα καρναβάλι». Εβλεπε ο πλήθος με την άκρη του ματιού του. Τους περισσότερους τους συμπαθούσε. Ήταν απλοί άνθρωποι που αναζηούσαν ανθρώπινη ζεστασιά και λίγη χάρη για να προστατευτούν από τα σκληρά χτυπήματα της ημέρας. Μπήκε ένα τάνγκο-βαλς, το Sonar y Nada Mas. Το αγαπημένο του, ανάμνηση εκείνης της πρώτης ένωσης, πριν από εφτά χρόνια. Τώρα πια ήταν στην αγκαλιά του Ντέιμιεν όλο το βράδυ. Ήταν κολλημένη στο στήθος του και εκείνος χόρευε ανάμεσα στα πόδια της, επιπλέοντας πάνω από τον οχετό του κόσμου, το χαμό της γυναίκας του, την οδύνη των νεκρόν συναδέλφων, τα τραύματα μιας ολόκληρης ζωής, όταν άκουσε: «Είσαι εκτός ρυθμού». Έστριψε λίγο το κεφάλι του για να δει από που ήρθε αυτό. «Είσαι εκτός ρυθμού», ξανάκουσε. Δεν πίστευε στ’αυτιά του. Τα λόγια προερχόνταν από την κοπέλα με την οποία χόρευε. Ένας σουβλερός πόνος τον διαπέρασε. Τα χείλη του τρεμούλιασαν από τη λύσσα. ώς μπορούσε να λέει κάτι τέτοιο γι’αυτόν! Είχε δουλέψει με τον επίτο, τον Σόττο, τον Ντιέγο και τον Χέρμαν. Ο Ντέιμιαν ξεκόλλησε αργά από πάνο της, έκανε μια αμυδρή υπόκλιση, της γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε. ηγαινοντάς προς τον τοίχο με τους καθρέφτες, κοίταξε πίσω του την καλλονή με τα κατάμαυρα καρακίσια μαλλιά, το πρόσωπό του μαύρο, συννεφιασμένο. Στράφηκε. Έβαλε το χέρι στην τσέπη του σακακιού του. Ακούστηκε ένας ξερός κρότος. «Θεέ μου, βοήθησέ με, όχι πάλι», μουρμούρισε. Έβγαλε το χέρι του. Ήταν αιμόφυρτο, στη χούφτα του κρατούσε το οδοντωτό κομμάτι ενός cd, Εδουάρδο Ντονάτο, Η Αdios. Και αυτό τουείχε πάρει χρόνια να το βρεί. «Δεν φταίω έγω», φώναξε... Τέλος |